|Ιστορικά Στοιχεία Δήμου Πηνειού

                                                         ΔΗΜΟΣ ΠΗΝΕΙΟΥ

    Καλώς ήρθατε στον Δήμο Πηνειού.

Ο Δήμος Πηνειού βρίσκεται στην Πελοπόννησο, στο βορειοδυτικό τμήμα του Νομού Ηλείας  και απέχει 42 χμ. από την Αρχαία Ολυμπία και 27 χμ. από το λιμάνι του Κατακόλου.

Το όνομά του προέρχεται από τον ποταμό Πηνειό. Στη μυθολογία ο  ‘‘Πηνειός’’ ήταν  ποτάμιος Θεός , γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Είναι το ποτάμι που ενώνει τις τρεις δημοτικές κοινότητες Γαστούνης-Βαρθολομιού-Τραγανού. Ο Δήμος Πηνειού έχει έκταση 155,05 τ.χμ. και πληθυσμό 21.034 κατοίκους. Πρωτεύουσά του είναι η ιστορική πόλη της Γαστούνης.

Οι μαγευτικές παραλίες με τη χρυσή άμμο, τα καταγάλανα νερά και τη μαγευτική θέα στο Ιόνιο Πέλαγος σε συνδυασμό με τα γραφικά λιμανάκια συνθέτουν ένα πανέμορφο σκηνικό, αξέχαστο στον επισκέπτη. Συνολικά ο Δήμος μας διαθέτει 20 χμ. φανταστικών παραλιών!

Παράλληλα υπάρχουν αρκετές, σύγχρονες, πεντακάθαρες και εξυπηρετικές μικρές ξενοδοχειακές μονάδες και άνετα camping για εξυπηρέτηση των επισκεπτών-τουριστών δίπλα ή πολύ κοντά στη θάλασσα.

Επίσης αρκετά καθαρά εστιατόρια και παραδοσιακές ταβέρνες με υπέροχες τοπικές νοστιμιές και ξεχωριστές γεύσεις με άριστης ποιότητας θαλασσινά και κρεατικά. Ο επισκέπτης μπορεί ακόμα να ψαρέψει, να κάνει βαρκάδα, να κολυμπήσει σε οργανωμένες παραλίες (οι παραλίες των Θινών, του Αρκουδίου και της Γλύφας είναι βραβευμένες με το διεθνές σύμβολο ποιότητας Γαλάζιες Σημαίες) ή μοναχικές παραλίες, να περπατήσει ήσυχος ή να διασκεδάσει τα βράδια σε νυχτερινά clubs ή σε ταβέρνες με ελληνικό πρόγραμμα.

Η περιοχή είναι ασφαλής, ήσυχη και αρκετά φιλόξενη στους ξένους και Έλληνες επισκέπτες. Υπάρχουν το αστυνομικό Τμήμα Γαστούνης και ο Σταθμός Βαρθολομιού και για θέματα υγείας το Κέντρο Υγείας στη Γαστούνη.

Ο κάμπος της περιοχής παράγει υπέροχα και άριστης ποιότητας προϊόντα. Εξαιρετικό λάδι, φανταστικές ποικιλίες  κρασιού, αγροτικά προϊόντα (ντομάτες, καρπούζια, πεπόνια, λαχανικά, καλαμπόκι, πατάτες, φράουλες, πορτοκάλια, λεμόνια, μανταρίνια κ.α.) καθώς και κτηνοτροφικά προϊόντα (γάλα, και τυριά διαφόρων ειδών).

Το καλοκαίρι διοργανώνονται πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις με παραδοσιακό χρώμα καθώς και παραστάσεις χορευτικών τμημάτων.

Δεσπόζει το Φεστιβάλ θεάτρου και μουσικής στον μαγευτικό χώρο του Ανοιχτού Θεάτρου Καβασίλων τον Ιούλιο και τον Αύγουστο με εξαιρετικές παραστάσεις πανελλήνιας εμβέλειας.

Ξεχωριστά μνημεία αποτελούν: α) η Παναγία Καθολική (βυζαντινό μνημείο του 11ου αι.), β) η Αγία Ελεούσα ( 9ου αι.)και γ) ο Άγιος Νικόλαος στα Καβάσιλα(14ος αι.).

Υπάρχουν βιομηχανίες επεξεργασίας ντομάτας,  παραγωγής τουρσιών, επεξεργασίας γάλακτος και παραγωγής τυριών, μικρές οινοποιίες, συσκευαστήρια πορτοκαλιών, πατάτας και φράουλας.

Δήμαρχος Πηνειού είναι ο κ. Ανδρέας Μαρίνος, πρώην βουλευτής και για χρόνια περιφερειακός σύμβουλος.

Είμαστε σίγουροι ότι οι εικόνες που θα αποτυπώσετε από την επίσκεψή σας θα αποτελέσουν τη ζωντανή διαφήμιση του τόπου μας στο μέρος της μόνιμης κατοικία σας.

Ωστόσο η σύντομη αυτή τουριστική αναφορά πιστεύουμε να αποτελέσει την αφορμή ώστε πολλοί συντοπίτες σας να επισκεφτούν στο μέλλον τον Δήμο μας. Ευελπιστούμε στη δική σας συνδρομή προς την κατεύθυνση αυτή…

Να είστε σίγουροι ότι το ταξίδι σας στον τόπο μας θα αποτελέσει μια ξεχωριστή ταξιδιωτική εμπειρία και θα σας  μείνει σίγουρα αξέχαστη!

                                                                       Δημήτρης Ηρ. Βασιλόπουλος

                                                                            Πρόεδρος Ν.Π.Δ.Δ.

                                                          Πολιτισμού-Αθλητισμού-Περιβάλλοντος

                                                                                  Δήμου Πηνειού

Ιστορία Γαστούνης

Η Γαστούνη είναι από τους πλέον ιστορικούς δήμους της Ηλείας, που περιβάλλεται σχεδόν κυκλικά από το ποταμό Πηνειό. Αποτελείται από αρκετούς οικισμούς με παλαιότερο αυτόν της Καθολικής, καθώς επίσης και από συνοικίες προσφύγων Μικρασιατών. Είναι άγνωστο μέχρι στιγμής πότε έγινε η εμφάνιση της Γαστούνης, αναφέρεται όμως στα προ της μεταξοτροφίας στο Μοριά χρόνια, καθώς από το 550 μ. Χ-850 μ. Χ δημιουργήθηκε στη περιοχή ένα από τα δύο μεγαλύτερα μεταξοπαραγωγικά κέντρα, λόγω της ευδοκίμησης της μουριάς στον τόπο. Έτσι, η Γαστούνη έγινε τότε μια μεγάλη περιοχή καλλιέργειας μουριάς, όπως το 1900 ήταν σταφίδας και σήμερα τομάτας και καλαμποκιού. Όταν το 1205 η Ηλεία κατακτήθηκε από τους Φράγκους η ονομασία Γαστούνη δεν υπήρχε. Όταν οι Βυζαντινές αρχές καταλύθηκαν στην θέση τους, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή φράγκοι ευγενείς. Ένας με το όνομα Gaston πήρε τη θέση του «Καθολικού» κι έτσι η περιοχή ονομάστηκε Γαστούνη.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

Η ιστορία της Γαστούνης είναι δεμένη με την μεγάλη οικογένεια των Σισιναίων που διαδραμάτισαν πρωταρχικό ρόλο στα κοινά της περιοχής από το 1700 και στην εξέλιξη του 1821. Σπουδαιότερη μορφή αναδείχθηκε ο Γεώργιος Χ. Σισίνης, φίλος του Κολοκοτρώνη και συνεργάτης του οπαδού Καποδίστρια. Είχε προσφέρει πολλά χρήματα για την τροφοδοσία του στρατοπέδου στην πολιορκία της Πάτρας. Τον Φεβρουάριο του 1822 ο Κολοκοτρώνης είχε πάει στη Γαστούνη, συνάντησε τον Γ. Σισίνη και ήρθαν μαζί στην Πάτρα. Στη μάχη της 9ης Μαρτίου 1822 ο Γ. Σισίνης κινδύνευσε σοβαρά. Το σπίτι της οικογένειας μάλιστα σώζεται μέχρι και σήμερα, το οποίο ο δήμος Γαστούνης αναπαλαίωσε και συντηρεί. Άλλες μορφές και μεγάλες προσωπικότητες της Γαστούνης είναι ο μεγάλος δωρητής Κουρβισιάνος, το όνομα του οποίου έχει δοθεί στο Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης, όπως και πολλοί άλλοι πολίτες που έκαναν μεγάλες δωρεές στο τόπο, ενώ η πόλη έχει αναδείξει και αρκετούς λόγιους και ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ

Στις 27 Απριλίου του 1941 ο γερμανικός στρατός εισήλθε στην πόλη των Αθηνών. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας και του Πειραιά στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή, έγινε στις 10:30 π.μ. από τον Δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον Νομάρχη Αττικής και τον Δήμαρχο Πειραιώς στο καφενείο «Παρθενών», γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

Εκείνο το ζοφερό πρωινό, στιγματίστηκε από τρεις πράξεις αυτοχειρίας. Και οι τρεις αυτόχειρες αυτοκτόνησαν λόγω  της εισβολής των βαρβάρων κατακτητών Ναζί στην πατρίδα μας Ελλάδα. Οι δύο εξ’ αυτών- πασίγνωστοι σε όλους- ήταν: Ο  πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Κορυζής  και η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα. Ο τρίτος, που η προσφορά που εδράζεται  πάνω από τα συνηθισμένα μέτρα, έμελλε να παραμείνει για χρόνια στην αφάνεια. Αν και ο λόγος δεν είναι σήμερα γνωστός, προσωπικά φρονώ  ότι μέγιστο ρόλο αποτέλεσε η μη ύπαρξη αντίστοιχου ιστορικού καταγεγραμμένου στο Ιστορικό Αρχείο του Ελληνικού Στρατού. Θα παραθέσω, όσα στοιχεία κατέστη δυνατόν να συλλέξω για τον αφανή αυτόν Έλληνα Ήρωα, από τη βιβλιογραφία, τον έντυπο τύπο της εποχής, το διαδίκτυο και μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν.

Κατά την είσοδο των Ναζί στην πόλη των Αθηνών ένα απόσπασμα υπό τις διαταγές του ίλαρχου Γιακόμπι και του υπολοχαγού Έλσνιτς, εστάλη στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως  με σκοπό να υποστείλουν τη γαλανόλευκη ελληνική σημαία και να υψώσουν τη δική τους ναζιστική. Στις 08:45π.μ. οι Γερμανοί στρατιώτες σημάδεψαν με τις κάνες των όπλων τους και με το δάχτυλο στη σκανδάλη  τον  Έλληνα στρατιώτη που φρουρούσε την ελληνική σημαία ονόματι Κωνσταντίνο Κουκίδη. Ο επικεφαλής  ίλαρχος ζήτησε από τον Κουκίδη να υποστείλει αμέσως το εθνικό μας σύμβολο. Ο Έλληνας φρουρός, Πόντιος στη καταγωγή,  τον κοίταξε κατάματα και δίχως φόβο του απάντησε ότι αρνείται  να τον υπακούσει. Ο Γερμανός ίλαρχος διέταξε τότε έναν Γερμανό στρατιώτη να το πράξει. Η σημαία μας υπεστάλη από τον ψηλό της ιστό  και αφού διπλώθηκε προσεκτικά κατά τον τύπο, παραδόθηκε ευλαβικά στον φρουρό της Κωνσταντίνο Κουκίδη. Εκείνος κοίταξε περίλυπος για λίγο τη γαλανόλευκη με σκυμμένο κεφάλι  κι ενώ οι Γερμανοί άρχισαν να υψώνουν τη  ναζιστική τους σημαία στον ιστό, προς μεγάλη τους έκπληξη, ο Κουκίδης την τύλιξε στο σώμα του, έτρεξε ως την άκρη του τείχους της Ακρόπολης, ρίχτηκε στο κενό και σκοτώθηκε.

Οι Γερμανοί και ο ίλαρχός τους, που εκείνη τη στιγμή χαιρετούσε τη σημαία, έμειναν εμβρόντητοι. Ακολούθως ο Γιακόμπι κατέβηκε από την Ακρόπολη και πήγε  στο Ζάππειο Μέγαρο, όπου λειτουργούσε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ελλάδος και έστειλε  μήνυμα στον Χίτλερ: «Φύρερ  μου στις 08.00 η ώρα κατελήφθη η Αθήνα  και στις 08:45 υψώθηκε η Σβάστικα. Και ακολούθως ανέφερε το γεγονός του Κωνσταντίνου Κουκίδη». Ο Χίτλερ απάντησε: « Ανεβείτε στην Ακρόπολη και ξαναϋψώστε την ελληνική σημαία στο κοντάρι της». Ο επίσης εντυπωσιασμένος για την πράξη του Κωνσταντίνου Κουκίδη Γερμανός στρατηγός Φον Στούμε, που εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί για το γεγονός, υπακούοντας στη διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, εξέδωσε μια ιδιαίτερη διαταγή στις 15.00 η ώρα  της ίδιας ημέρας, της πρώτης ημέρας κατοχής της χώρας μας  και σύμφωνα με αυτή υψώθηκαν στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και  στο Δημαρχείο των Αθηνών, η ελληνική και η γερμανική ναζιστική σημαία  ταυτόχρονα.

Στο σημείο που προσγειώθηκε το νεκρό κορμί του παλικαριού τυλιγμένο με την αιματοβαμμένη από το αίμα του ελληνική σημαία, μια γυναίκα που τον είδε να πέφτει  άρχισε να στριγκλίζει  φωνάζοντας υστερικά  ότι κάποιος έπεσε από την Ακρόπολη. Ένας παγοπώλης μαζί μ’ έναν παπά τον μάζεψαν και τον έβαλαν επάνω στο καρότσι του πάγου. Μαζί με τον γιο  του παγοπώλη και τη σύζυγο  του Δημητρίου Σκουζέ, Μαρία, μετέφεραν τη  σωρό του και την έθαψαν στο Α’ νεκροταφείο.

Ο  Κωνσταντίνος Κουκίδης είναι υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο κι αυτό βεβαιώνεται από:

1)Τη γυναίκα που τον είδε να πέφτει

2)Από τον παπά, τον παγοπώλη και τον γιο του καθώς και από τη σύζυγο του Σκουζέ, Μαρία, που τον μετέφεραν κι έθαψαν τη σωρό του στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών.

3)Αναφέρει στο προσωπικό ημερολόγιό του ο Πόντιος Μητροπολίτης Τραπεζούντος  Χρύσανθος, γνωστός για τα 5 ΟΧΙ που είπε στους Γερμανούς:

«Ο  Έλλην φρουρός της ελληνικής σημαίας επί της Ακροπόλεως, μη θελήσας να παραστεί μάρτυς του θλιβερού θεάματος της αναρτήσεως  εις τον ιστό  της εχθρικής σημαίας, όρμησεν  εκ της Ακροπόλεως κρημνισθείς και  εφονεύθη. Εκάθησα στο γραφείο περίλυπος μέχρι θανάτου και δακρύων…».

4) Από την ανταπόκριση του γεγονότος από τον γνωστό, επιφανή ιστορικό και Ακαδημαϊκό Nicolas Hammond  από το Κάϊρο, που δημοσίευσε η εφημερίδα Daily Mail την 9η Ιουνίου 1941 αναφέροντας: «Ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης, ο οποίος φρουρούσε το Εθνικό Σύμβολο των Ελλήνων πάνω στην Ακρόπολη, στην Αθήνα, όταν μια ομάδα ναζί τον πλησίασε  κρατώντας τη σβάστικα στα χέρια της, ‘κατέβασε τη σημαία’ του είπαν ‘και ανέβασε τη δική μας’. Ο Κώστας Κουκίδης δεν ήξερε τη γλώσσα τους, μα κατάλαβε. Έσφιξε τα δόντια του, έλυσε το σκοινί και αργά-αργά άρχισε να κατεβάζει τη Γαλανόλευκη. Αμίλητος…. Ύστερα κοντοστάθηκε για μια στιγμή, κάρφωσε τα μάτια του στον Γερμανό επικεφαλής και απότομα με ένα σάλτο βρέθηκε στο διπλανό βράχο με τη σημαία και ρίχτηκε στο κενό. Διακόσια μέτρα βάθος».

Σε προσωπική του επίσης αναφορά, ως αξιωματικός Ειδικών Επιχειρήσεων Καΐρου στην Ελλάδα κατά την Κατοχή, έγραψε: «Την 27ην Απριλίου 1941, λίγο προτού χαράξει, όλα ήσαν κλειστά. Τότε έμαθα ότι οι Γερμανοί διέταξαν τον  φρουρό της σημαίας  της Ακροπόλεως να κατεβάσει το Ελληνικό Σύμβολο από τον ιστό. Πράγματι, εκείνος μετά την υποστολή, τυλίχθηκε με αυτήν και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον βράχο…»

5)   Από τη δημοσίευση της βρετανικής εφημερίδας Daily Mail στις 9 Ιουνίου 1941, σε άρθρο της που αναφέρει στο βιβλίο του με τίτλο, « Ήρωες και προδότες στην κατοχική Ελλάδα» ο δημοσιογράφος Τάσος Κοντογιαννίδης, στην 3η  έκδοση από τις εκδόσεις «Πελασγός Γιαννάκενα», παραθέτει τη φωτοτυπία της δημοσίευσης της εφημερίδας, με την αναφορά της στη γενναία πράξη του Κωνσταντίνου  Κουκίδη.

6) Από τους ερευνητές Νικόλαο Βασιλειάδη και Γερακάρη στην «Καθημερινή». Από δημοσίευση στο περιοδικό ΕΛΛΟΠΙΑ.

7) Από την αναφορά του Μενέλαου Λουντέμη στο διήγημά του «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», όπου γράφει: «Θα σας πω κι εγώ δόκτωρ φον Γρέβεντις μια μικρή, ασήμαντη ελληνική ιστορία. Όταν το 1941 ο φρουρός της δικής μας σεμνής σημαίας διατάχτηκε να την κατεβάσει  για να υψωθεί η δικής σας , την κατέβασε, τυλίχτηκε μετά και έπεσε χωρίς ηρωισμούς από τον βράχο. Το ξέρετε; Όχι. Βλέπετε τα πιο χρήσιμα πράγματα τα μαθαίνει κανείς πάντα αργά…»

8) Από την προφορική μαρτυρία της θυγατέρας του κ. Τσάτσου, που διέμενε στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα.

9)Από το λεύκωμα: «Έπεσαν για τη ζωή», έκδοση της Κ.Ε. του ΚΚΕ.

10)Από πολλές επιστολές αναγνωστών του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου.

11)  Από τον Εμμανουήλ Ναυπλιώτη, που σε συνέντευξή του στον «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» της 30/10/1990 αναφέρει: «Δεν τον γνώριζα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι εκείνη την ημέρα ακούγαμε από το ραδιόφωνο τους Γερμανούς αξιωματικούς να αναφέρουν στον Φύρερ  ότι τοποθέτησαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη. Εκείνη όμως τη στιγμή, θυμάμαι, δημιουργήθηκε μια σύγχυση, ένα κενό, διεκόπη για λίγο η εκπομπή. Καταλάβαμε ότι κάτι είχε γίνει»

12)   Από την ιστορική έρευνα του ερευνητή Κώστα Γ. Κωστόπουλου: «Ο  Ήρωας Φρουρός, χτυπώντας πάνω στα βράχια, στη διαδρομή της πτώσης του στον γκρεμό από τον βράχο της Ακροπόλεως, όταν τελικά κατρακυλώντας, έπεσε στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα, είχε πολτοποιηθεί και η στολή του ήταν καταξεσκισμένη. Όταν τον περιμάζεψαν  δυο-τρείς κάτοικοι της Πλάκας δε βρήκαν τίποτε επάνω του, εκτός από ένα τσαλακωμένο ταχυδρομικό δελτάριο, στο οποίο έγραφε πολύ κακογραμμένα το όνομα του παραλήπτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ. Αυτά τα στοιχεία είχαν καταθέσει δύο γέροντες (επιζώντες ακόμη), σχετικά με το ανωτέρω περιστατικό».

13)  Από συνέντευξη ενός γέροντα τσαγκάρη, ονόματι Γιάννης Ζαφειρόπουλος, γιού και βοηθού του παγοπώλη, ο οποίος με το καροτσάκι του μετέφερε τον νεκρό φρουρό, τον πήγε στο Α’ Νεκροταφείο και τον έθαψε. Μάλιστα σε συνέντευξή του είπε συγκινημένος,: «Εκείνη την ημέρα είχαμε κλειστεί στα σπίτια μας, όπως και όλη η Αθήνα. Εγώ τότε ήμουν 16 χρονών. Ακούσαμε στον  δρόμο μία γριά που στρίγκλιζε. Πεταχτήκαμε τότε δύο-τρείς, για δούμε το τι συμβαίνει, και τότε είδαμε το τραγικό αυτό θέαμα: Ένα χιλιοστραπατσαρισμένο πτώμα ντυμένο στο χακί και μία σημαία γύρω του ματωμένη. Χαρτιά, πορτοφόλι κλπ. δεν βρέθηκαν πάνω του, εκτός από ένα δελτάριο, που έγραφε το όνομά του. Το δελτάριο το κράτησε ένας φίλος του πατέρα μου. Επειδή ο πατέρας μου κι εγώ μοιράζαμε κολώνες πάγου στα σπίτια, είχαμε ένα καρότσι. Το έβαλαν το παλληκάρι μέσα μαζί με τον φίλο του και το πήγαν στο Α’ Νεκροταφείο και το έθαψαν. Εκεί βρήκαν έναν παπά και του είπαν τι είχε συμβεί. Αυτός τους πήγε σ’ έναν ανοικτό τάφο, τύλιξαν το παλληκάρι με ότι είχε μείνει από τη σημαία, είπε δύο-τρία λόγια ο παπάς και το παράχωσαν. Εκείνο όμως που πρέπει να σας τονίσω είναι ότι  αυτό το τραγικό περιστατικό από στόμα σε στόμα το είχε μάθει όλη η Αθήνα. Ο πατέρας μου φοβήθηκε και δε με πήρε μαζί του. Εάν πήγαινα κι εγώ, τότε θα σας υπέδειχνα που ακριβώς είναι παραχωμένο το παλληκάρι. Τον πατέρα μου, τον έχασα τον Ιανουάριο του 1942 στη μεγάλη πείνα».

14)   Από συνέντευξη του τότε φοιτητή και μετέπειτα γνωστού Υπουργού Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη, που ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα είχε μεγάλη αναταραχή στη  γειτονιά του στην Πλάκα και ακούγονταν η φράση: «Έπεσε από την Ακρόπολη ο εύζωνας».

15)   Από τον αδελφό του πατέρα  του Κωνσταντίνου Κουκίδη που κατοικεί στην Αθήνα.

16)   Από τη γνωστή καθηγήτρια φιλόλογο –αείμνηστη- Πόπη  Πασπαλιάρη, ανιψιά του Δημητρίου Σκουζέ και την Πρόεδρο Εφετών κ. Γιώτα Σταθοπούλου  κάτοικο Γαστούνης Ηλείας, σε μαρτυρίες τους στον π. Πτέραρχο Γεώργιο Τσαλουχίδη, Πρόεδρο των Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης».

17)  Από τον διανοούμενο και συγγραφέα Σπύρο Μήλα, φίλο του Κωνσταντίνου Κουκίδη.

18)  Από τον Χαράλαμπο Ρούπα, που συγκέντρωσε στοιχεία από αυτόπτες μάρτυρες και συνέγραψε το βιβλίο με τίτλο: «Κωνσταντίνος Κουκίδης – ο Φρουρός της Σημαίας», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 2013.

19)   Από λιθογραφία της εποχής που ανακάλυψε ο Άγγελος Σακέττος,  όπου εικονίζεται ο στρατιώτης Κ.Κουκίδης να πέφτει από την Ακρόπολη, την οποία παρέδωσε στο Δημήτρη Λαζογιώργο που συνέγραψε σχετικό βιβλίο.

20)  Από τις 27 Απριλίου του 1994, έχει εντοιχιστεί τιμητική πλάκα στους στρατώνες της Προεδρικής Φρουράς:

«Πλατεία Εύζωνα Κουκίδη Κωνσταντίνου.                                                                                             Έπεσε υπέρ πατρίδος την 27 Απριλίου 1941  κατακρημνισθείς από τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, τυλιγμένος με την Ελληνική Σημαία, υπερασπιζόμενος ταύτην μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός του, αρνούμενος να την παραδώσει στον Γερμανό κατακτητή».

21)   Από την αναμνηστική στήλη του Κωνσταντίνου Κουκίδη, την οποίαν κατασκεύασαν στη Γαστούνη του Δήμου Πηνειού  α)η οικογένεια Γεωργίου Σταματελάτου και β)οι ευσεβείς κάτοικοί της, σεβόμενοι το γεγονός ότι στην πόλη τους κατέφυγε η οικογένεια Κουκίδη, με παρόντα και ομιλητή τον π. Πτέραρχο Γεώργιο Τσαλουχίδη ,Πρόεδρο των Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης».

22)   Από εκπομπή που μεταδόθηκε από τον 90.1 FM,σε ανάμνηση της εισβολής των Γερμανών Ναζί στην πόλη των Αθηνών, με παρουσιαστές τους Γ.Λεκάκη και Α.Μαζαράκη και καλεσμένους τον τ. καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτη  Παπαγαρυφάλλου, προέδρου της Επιτροπής Ενημέρωσης επί των Εθνικών θεμάτων, τον π. Πτέραρχο Γεώργιο Τσαλουχίδη, Πρόεδρο των Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης»  και τον Αντιπρόεδρο του «Ιδρύματος Στρατηγού Διγενή Γρίβα», συγγραφέα Σπύρο Δημητρίου  με τίτλο «ο σκοπίμως άγνωστος ήρωας Κωνσταντίνος Κουκίδης».

23) Από την «Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος» του Καίμπριτζ, τόμος 20ός, σελίδα 266, έκδοση 2005 Αθήναι, στην οποία οι Βρετανοί αναφέρουν, «μερικοί από τους υπερασπιστές της Ακροπόλεως το 480π.Χ προτίμησαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας από τον βράχο (όπως έπραξε ο Έλληνας φρουρός το 1941) παρά να δουν την πόλη τους σκλαβωμένη (στους Πέρσες, εννοούν), ενώ άλλοι έτρεξαν προς τα Αθήνας όπου εσφαγιάσθηκαν».

Η ελληνική πολιτεία ,μαζί με την Κίνηση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση» έστησε αναμνηστική πλακέτα στους πρόποδες της Ακρόπολης  για τον Κων/νο Κουκίδη στους  πρόποδες της Ακρόπολης ,από τη μεριά της Πλάκας στην οδό Θρασύλλου. Σε αυτήν αναγράφεται ότι: «… Ο Κωνσταντίνος Κουκίδης φρουρός της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη αρνούμενος να την παραδώσει έπεσε από τον ιερό βράχο τυλιγμένος σε αυτή πρωτοπόρος του αντιστασιακού αγώνα…».

Ο Μανώλης Γλέζος είχε προτείνει τη μετονομασία πλατείας σε πλατεία Κωνσταντίνου  Κουκίδη.

Επί Δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, πραγματοποιήθηκε το 1ο μνημόσυνο για τον  Ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη στην Ακρόπολη στις 12 Οκτωβρίου, κατά τον εορτασμό της απελευθέρωσης της Αθήνας. Παρευρέθησαν, οι υπουργοί Μιχάλης Σταθόπουλος και Κώστας Γείτονας ως εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, ο Προκόπης Παυλόπουλος, ως εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, αντιστασιακοί διαφόρων αποχρώσεων, καθώς και οι ήρωες της περιόδου  Απόστολος Σάντας και Μανώλης Γλέζος. Επίσης και ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου με τον Ρώσο ομόλογό  του Ιβάνοφ.

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είπε: « Με τη σεμνή τελετή θέλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής σε μια θρυλική μορφή. Η λέξη θρύλος κρύβει πολλά. Σημασία έχει αν εμείς – οι σημερινοί  Έλληνες – θέλουμε να υπάρχουν τέτοιοι θρύλοι. Υπό αυτή την έννοια έχει τη δική του ηθική και εθνική χρησιμότητα  αυτό που πράττουμε σήμερα, ικανοποιώντας την απαίτηση χιλιάδων συμπολιτών μας…».

Η Πανελλήνια  Ένωση Φίλων των Πολυτέκνων δια του μοναχού Νικόδημου Μπιλάλη  τιμά κάθε χρόνο τον θρυλικό αυτό  ήρωα  και μαζί με τον Σύλλογο Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» και τελεί  κάθε χρόνο μνημόσυνο στον Άγιο Νικόλαο τον Ραγκαβά  στην Ακρόπολη καταθέτοντας  στεφάνι στο σημείο όπου έπεσε.

   Ποιος ήταν όμως ο Κωνσταντίνος Κουκίδης;

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και απεβίωσε στις 27 Απριλίου του 1941 στους πρόποδες του ιερού βράχου της Ακρόπολης. Η οικογένειά του καταγόταν  από την Μπάφρα της Μικράς  Ασίας. Από εκεί μετακόμισαν στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στη Γαστούνη του σημερινού  Δήμου Πηνειού, όπου η οικογένειά του είχε πάρει κλήρο, στο όνομα Νικόλαος Κουκουντάνης (1874-1935). Κουκίδη ήταν το επώνυμο της γιαγιάς του Ελένης Κουκίδη (1877-1942), συζύγου του Ν. Κουκουντάνη που τον μεγάλωσε  και αυτό χρησιμοποιούσε  γιατί είχε μείνει ορφανός από τον πατέρα του Γεώργιο Δημητρακόπουλο (1901-1932) σε παιδική ηλικία. Αυτά αναφέρονται στο βιβλίο του Κώστα  Λούρμπα: «Οι Μικρασιάτες  της Γαστούνης».

Εάν κάποιοι έως σήμερα αποσιωπούν το γεγονός ή μάχονται λυσσαλέα να καταπνίξουν μέσα μας το όποιο συναίσθημα εγείρεται  για τον ηρωισμό του Κωνσταντίνου Κουκίδη, που ανταποκρίθηκε με πράξη στην ευθύνη που απαιτούσε η στιγμή, οι ανωτέρω αναφερθείσες μαρτυρίες μας προωθούν να στραφούμε με σεβασμό και αίσθηση καθήκοντος προς αυτόν και να τιμούμε πάντα  τη μνήμη του και την ηρωική του πράξη, που λάμπει και φωτίζει την κοινωνία μας, ως περίλαμπρος ψυχικός ήλιος, που μας δείχνει τον τρόπο να μετασχηματίσουμε τη ζωή σε κάτι πνευματικά ακόμη υψηλότερο, φανερώνοντας τον γνήσιο άνθρωπο και ήρωα  που απουσιάζει δυστυχώς στις μέρες μας.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΙΟ ΗΡΩΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΟΥΚΙΔΗ

Ανθέ του Πόντου υπέροχε και άξιε Κουκίδη, που όρθωσες το ανάστημα ενώπιον ναζιστών, με τη Σημαία ενδύθηκες στο ύστερο ταξίδι, ως το λαμπρό παράδειγμα των δύσκολων καιρών.

Η πράξη σου, υπεράσπιση ιδανικών του Έθνους, δικαίωσε τον θρίαμβο πνευματικών ριζών που στην ψυχή κυοφόρησαν την απαρχή ενός έπους, πράξης αγνής συνείδησης ελληνικών αξιών.

Κλέος ψυχής και δύναμης εδίδαξες  βαρβάρους, παράδειγμα υπέρβασης στο αλώνι της ζωής, το χρέος σου ετίμησες μετά μεγίστου θάρρους, κοιτάζοντας κατάματα τον θάνατο ευθύς.

Ως Έλληνας κατέκτησες την υψηλή ιδέα, έπραξες το αυτονόητο με πίστη στον Θεό, αξιώθηκες το αθάνατο, μ’ ενέργεια ρωμαλέα, αληθινή υπόσταση ανθρώπου, …σε τιμώ.

Παναγιώτης Δ.  Ιωαννίδης

 

(Διόρθωση και παρουσίαση κεμένου Δημήτρης Ηρ. Βασιλόπουλος,Πρόεδρος Πολιτισμού Δήμου Πηνειού)

  ΛΑΚΚΑ ΧΡΕΠΑ- ΓΑΣΤΟΥΝΗ

Στο μπλόκο των Λεχαινών και μετά από υπόδειξη ντόπιων πληροφοριοδοτών και για διάφορους λόγους συνελήφθησαν: 1) Στις 14-6-1944 ο Άγγελος Ανδρουτσόπουλος 22 χρονών μέλος της ΕΠΟΝ την ώρα που μοίραζε αλεύρι σε φτωχούς αγρότες των Λεχαινών και φυλακίστηκε στο σπίτι της Θεοδώρας Σταματοπούλου που είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. 2) Στις 18-6-1944 οι Ζώης Σουρανής 20 χρονών μέλος της ΕΠΟΝ, υπεύθυνος του θεατρικού τμήματος, Βασίλης Τζαγγαράκης 28 χρονών μέλος του ΕΑΜ και Θανάσης Γενοβέζος (Ραμπαγιάς) 50 χρονών μέλος του ΕΑΜ με την κατηγορία ότι με τις θεατρικές τους παραστάσεις ξεσήκωναν τον λαό του Κάμπου κατά των κατακτητών, οργάνωναν συσσίτια για μικρά παιδιά ανταρτών και συγκέντρωναν χρήματα και εφόδια για τις πεινασμένες οικογένειες ανταρτών του ΕΛΑΣ.

Το πρωί της 21ης Ιουνίου 1944 οι έξι νέοι μεταφέρθηκαν από τη φυλακή Γαβριλιάδη στα δέντρα της λάκκας Χρέπα (πρώην Σισίνη και Κουνανή) και εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς.

Η παράδοση στο εκτελεστικό απόσπασμα έγινε από συνεργάτες του Φρουραρχείου Βαρθολομιού που παρευρίσκονταν στην εκτέλεση σε κάποια απόσταση φυλάσσοντας τις διόδους για λόγους ασφαλείας.

Η εκτέλεση αυτή έγινε λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί και προκάλεσε έντονα συναισθήματα πίκρας και οδύνης στους απλούς ανθρώπους. Κανείς δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση. Αυτό που έκαναν οι Γερμανοί ως επίδειξη ισχύος ή για εκφοβισμό λίγο πριν αποχωρήσουν το είδαμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αυτοί που δεν δικαιολογήθηκαν ήταν οι ντόπιοι που με οποιονδήποτε τρόπο ή λόγο κατέδωσαν ως συνεργάτες  των ανταρτών στους Γερμανούς τα παιδιά αυτά.

Τιμή και δόξα στα αδικοχαμένα παλληκάρια!!!

1) Άγγελος Ανδρουτσόπουλος, 22 χρονών από τα Λεχαινά

2) Νίκος Βούλγαρης, 18 χρονών από την Αμαλιάδα έμενε στη Γαστούνη

3) Θανάσης Γενοβέζος, 50 χρονών από τα Λεχαινά

4) Αλέκος Παπαδόπουλος, 18 χρονών από τη Γαστούνη

5) Ζώης Σουρανής, 20 χρονών από τα Λεχαινά

6) Βασίλης Τσαγκαράκης, 28 χρονών από τα Λεχαινά

Ιστορία Βαρθολομιού

Το Βαρθολομιό είναι κωμόπολη του Νομού Ηλείας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 3.603 κατοίκους, ενώ το 2001 είχε 3.093 κατοίκους, με κύρια ενασχόληση τη γεωργία. Σημαντική ανάπτυξη παρουσιάζει ο τομέας τους τουρισμού του εμπορίου και της ελαφράς βιοτεχνίας. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Πηνειού, ενώ παλαιότερα ήταν η έδρα του Καποδιστριακού Δήμου Βαρθολομιού. Σε απόσταση 2 χλμ. από το Βαρθολομιό βρίσκεται η παραλία Θίνες.

Πριν τη Φραγκοκρατία, εξαιτίας ενός έλους στη περιοχή, ονομαζόταν Βαλτοχώρι ή Βατραχοχώρι. Το χωριό άλλαξε όνομα με τη έναρξη της Φραγκοκρατίας και πήρε το όνομα του φεουδάρχη Βαρθολομαίου Β΄ Γκίζι. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας ιππότης που ονομαζόταν Βαρθολομαίος γνώρισε μια πολύ όμορφη κοπέλα που έβοσκε πρόβατα καθώς επιτηρούσε την επικράτειά του. Την ρώτησε πώς τη λένε και από ποιο χωριό κατάγεται και έδειξε το χωριό της στη κοιλάδα. Ο Βαρθολομαίος θαμπωμένος ζήτησε από το πατέρα του να παντρευτεί τη κοπέλα και εκείνος δέχτηκε. Το μέρος που είδε τη κοπέλα ονομάστηκε Καρδιοκράφτι. Την μέρα του γάμου, ο Βαρθολομαίος εντυπωσιασμένος από τους κατοίκους της περιοχής τους έδωσε χωράφια και αυτοί σε ανταπόδοση ονόμασαν το χωριό του Βαρθολομιό. Μια άλλη πιθανή προέλευση της ονομασίας του είναι η σταδιακή παραφθορά του ονόματος Βαλτόλιμνο σε Βαρθολομιό. Η παλαιότερη αναφορά του χωριού με το όνομα Βαρθολομιό είναι ένα πατριαρχικό σιγίλιο του 1200 που βρίσκεται στη μονή των Βλαχερνών, στη περιοχή της Κυλλήνης.

Το χωριό στα Βυζαντινά χρόνια ήταν γνωστό ως Βαλτοχώρι ή Βατραχοχώρι. Το 1204 η περιοχή έγινε κτήση των Φράγκων. Η Φραγκοκρατία διήρκησε από το 1204 μέχρι το 1430. Η παλαιότερη αναφορά του χωριού με το όνομα Βαρθολομιό είναι ένα πατριαρχικό σιγίλιο του 1200 που βρίσκεται στη μονή των Βλαχερνών, στη περιοχή της Κυλλήνης. Το 1825, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 κοντά στο Βαρθολομιό δώθηκε η Μάχη του Βαρθολομιού. Η μάχη δώθηκε μεταξύ τις 9 και 11 Νοεμβρίου 1825 και ήταν μια προσπάθεια να ανακοπεί η πορεία του Ιμπραήμ Πασά προς το Μεσολόγγι. Η μάχη έληξε με μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους, με περίπου 1.000 νεκρούς, από τους Έλληνες όλοι εκτός ενός πέθαναν στη μάχη, σύνολο 150 (κατά τον Φραντζή), ή 180 (κατά τον Γ. Σισίνη). Ο πρώτος εορτασμός της επετείου της μάχης του Βαρθολομιού έγινε το 2001.

Το Βαρθολομιό βρίσκεται σε μια περιοχή με συχνές ισχυρές σεισμικές δονήσεις. Το 1820 ένας σεισμός μεγέθους 6,6 ρίχτερ με επίκεντρο νοτιοανατολικά της χερσονήσου της Κυλλήνης. Οι σεισμοί του 1953 επίκεντρο ανάμεσα στη Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές στο Βαρθολομιό και στη Κυλλήνη, ιδίως ένας μετασεισμός μεγέθους 6,3 ρίχτερ με επίκεντρο περίπου 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κυλλήνης. Τις 16 Οκτωβρίου 1988 ένας σεισμός με επίκεντρο κοντά στη Κυλλήνη μεγέθους 6,0 ρίχτερ γκρέμισε το στο καμπαναριό του ναού του Αγίου Ιωάννου στο Βαρθολομιό. Άλλος ένας σεισμός με επίκεντρο κοντά στο Βαρθολομιό σημειώθηκε τις 2 Δεκεμβρίου 2002 και είχε μέγεθος 5,8 ρίχτερ. Ο σεισμός προκάλεσε περισσότερες καταστροφές από το αναμενόμενο, προκαλώντας ζημιές σε τουλάχιστον 450 κτίρια, από τα οποία τα περισσότερα είναι λιθόκτιστα ή κτίρια που είχαν πληγεί από το σεισμό του 1988.
Το παρακάτω κείμενο διηγείται το ιστορικό χρονικό της Γλύφας.Ιστορικό Χρονικό Γλύφας

Ιστορία Τραγανού

Ο πρώην Καποδιστριακός Δήμος Τραγανού αποτελεί πλέον Δημοτική ενότητα του ΔΗΜΟΥ ΠΗΝΕΙΟΥ. Βρίσκεται στο βόρειο πεδινό τμήμα του νομού Ηλείας . Η δημοτική ενότητα αποτελείται από 3 δημοτικά διαμερίσματα και έχει συνολικό πληθυσμό 3.361 κατοίκους. Έδρα της δημοτικής ενότητας είναι το Τραγανό. Αναλυτικά περιλαμβάνονται τα παρακάτω δημοτικά διαμερίσματα και οικισμοί:Δ.δ. Τραγανού [ 2.688 ]

  • το Τραγανό [ 2.283 ]
  • το Μαρκόπουλο [ 169 ]
  • η Όλγα [ 188 ]
  • το Πηγάδιον [ 48 ]

Δ.δ. Αγίας Μαύρας — η Αγία Μαύρα [ 550 ] Δ.δ. Σιμίζα (της πρώην κοινότητας Μελίσσης) — η Σιμίζα [ 123 ]

Ιστορία Καβασίλων   

ΤΑ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΣΩΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ 08/05/1944  ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΩΙΣΜΟ ΠΕΝΤΕ ΠΑΛΙΚΑΡΙΩΝ

(Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΓΑΒΡΙΛΙΑΔΗ)

  Ήταν  μια βδομάδα που είχε μπει ο μήνας  Λούλουδος (Μάιος). Η ομορφιά  της φύσης, το μεγαλείο της βλάστησης «σκιαζόταν»  από τα βαριά σύννεφα  της σκλαβιάς. Ανάμεικτα αισθήματα κυριαρχούσαν  στην ψυχή μας. Ελπίδα για λευτεριά, αγωνία για το τι θα ξημερώσει αύριο, προσπάθεια να εξοικονομηθεί ο επιούσιος , φροντίδα για τους δυστυχισμένους… Οι μέρες περνούσαν με τον εφιάλτη του τρόμου. Όλοι ανησυχούσαν, γιατί το παραμικρό μπλέξιμο με τους κατακτητές θα μπορούσε σε δευτερόλεπτα να φέρει τα πάνω κάτω.  Όπως αυτό που συνέβη εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό του 1944, εφτά του μήνα Μάη, ημέρα Σάββατο. Αλήθεια, ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι οι δύο Γερμαναράδες που βρέθηκαν ξεκομμένοι από τη βάση τους πρωί-πρωί στο χωριό μας, παραλίγο να γίνουν η αιτία ώστε αυτό να σβήσει από τον χάρτη μαζί με τους ανθρώπους του; Γεγονός πραγματικό και πολυσυζητημένο, αλλά νομίζω πως θα άξιζε τον κόπο να το περιγράψω, για να το διαβάσουν  οι νεώτεροι, έτσι όπως το άκουσα από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής.

Είναι πράγματι συγκινητικό να ακούς τη  ζεστή φωνή του αείμνηστου του Νίκου του Τάγιου (Συλαϊδή) να αφηγείται τα γεγονότα σε μια ταινία μαγνητοφώνου, μετά από την υπέροχη  πρωτοβουλία που είχε ο γιος του ο Παναγιώτης, να βάλει τον πατέρα του να τα πει μπροστά στο μικρόφωνο. Τον ευχαριστώ για την τιμή που  μου έκανε να μου δώσει ένα αντίγραφο. Ακόμη και από τις διηγήσεις των αείμνηστων Γιώργη Καραλάγα, του πατέρα μου και του μπάρμπα μου του Νίκου του Τζουλέκη. Μάλιστα Ο Γιώργης ο Καραλάγας συμμετείχε  στα δρώμενα, ενώ οι άλλοι δύο τα διηγήθηκαν  όπως τα έζησαν μέσα στη φυλακή του Γαβριλιάδη, στη Γαστούνη.  Θα μεταφέρω λοιπόν τα πράγματα όπως τα διηγήθηκε ο Νίκος ο Τάγιος στο μαγνητόφωνο, καλύπτοντας όπου χρειάζεται ορισμένα κενά από τα  λεγόμενα των άλλων τριών. Βέβαια έκανα και τις δικές μου παρεμβάσεις, όπου ήταν  αναγκαίο, για να έχουμε μια πραγματική σειρά των γεγονότων.

Είναι αλήθεια ότι σε όλο τον κατεχόμενο από τους Γερμανούς τότε κόσμο  ένα τέτοιου είδους γεγονός ,που να έχει την κατάληξη αυτή, δεν έχει αναφερθεί σε όλη τη  διάρκεια του πολέμου.

Ήταν, λέει, δυο ναυαγοί Γερμανοί στρατιώτες, που τους είχε ξεβράσει η θάλασσα, κάπου εκεί κοντά στην Γλαρέντζα. Πήραν  τον δρόμο και ερχόντουσαν  στα Καβάσιλα με τα πόδια. Μια άλλη πληροφορία λέει ότι οι δύο Γερμανοί  ήρθαν  με το τρένο της Κυλλήνης στο χωριό. Το πιθανότερο είναι να πήραν  το τρένο και να ήρθαν στα Καβάσιλα, γιατί  από την Κυλλήνη, θα μπορούσαν  με τα πόδια να πάνε Ανδραβίδα ή στα Λεχαινά, που ήταν πιο κοντά. Θέλανε, λέει, να πάνε στον Πύργο, εκεί που ήταν η Διοίκησή τους. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, οι δυο Γερμανοί βρέθηκαν μακριά από το κέντρο του χωριού και από το φυλάκιο των Γερμανών της Γέφυρας, βολτάροντας κάπου εκεί προς τα Παπουτσέικα χωράφια, προς τη  γραμμή της Κυλλήνης.

Η «αντίσταση» όμως του χωριού, που παρακολουθούσε κάθε κίνηση των Γερμανών, όταν είδε τους δύο στρατιώτες να έχουν ξεμακρύνει, αποφάσισε  να τους αιχμαλωτίσει. Έτσι, τρεις από αυτούς, προσποιούμενοι τους εργάτες με τις αξίνες  στους ώμους, τους πλησίασαν πολύ κοντά και τους  ζήτησαν φωτιά. Αντί να βγάλουν όμως τα τσιγάρα τους , τράβηξαν τα πιστόλια από τα τράστα  τους, τους αφόπλισαν και τους ανάγκασαν να τους ακολουθήσουν. Τρέχοντας σχεδόν, τους οδήγησαν  έξω από το χωριό, μέσα από τα χωράφια των περιοχών Αγγινάρα, Βαρκό, Αϊ Νικόλα, προς τα ορεινά. Εν τω μεταξύ, όσοι χωριανοί μας τους έβλεπαν μαζί με τους αιχμαλώτους, τους εκλιπαρούσαν να τους αφήσουν, γιατί οι Γερμανοί θα έκαιγαν  το χωριό! Αυτοί όμως ασυγκίνητοι προχωρούσαν.

Έτσι μέσω Τραγανού, Κόκλα, Μαμτσαούσι, τράβηξαν  προς την Πηνεία, εκεί που ήταν  η Διοίκηση της  Αντίστασης. Ήθελαν , λέει,  να τους δικάσουν και να τους εκτελέσουν (λαϊκή δικαιοσύνη). Αλλά γιατί αυτό; Τα παλικάρια πολεμάνε, δεν εκτελούν  άοπλους αιχμαλώτους. Ο σκοπός τους  σαφώς ήταν  άλλος. Ήξεραν πολύ καλά ότι οι Γερμανοί δεν αστειευόντουσαν. Το φιρμάνι του κατακτητή έλεγε ότι:  για κάθε Γερμανό που θα χάνεται θα πέφτουν εκατό Έλληνες!  Από τέτοια ολοκαυτώματα, άλλο τίποτα. Πρόσφατο ήταν  των Καλαβρύτων, που για δέκα Γερμανούς που καθάρισε η αντίσταση σε μια ενέδρα, χίλιους έντεκα ξάπλωσε κάτω  ο κατακτητής! Άρα λοιπόν με την πράξη τους  αυτή, οι αντιστασιακοί, εξυπηρετούσαν τη  βούληση της αριστεράς: «Σκοτώστε Γερμανούς! Αυτοί θα καίνε και θα καταστρέφουν, ο κόσμος θα παίρνει τα βουνά και εμείς θα τους στρατολογούμε!».Η Διοίκηση των Γερμανών στη Γαστούνη, που είχε εν τω μεταξύ ειδοποιηθεί αμέσως για το γεγονός, δεν έκανε καμία ανακοίνωση. Την άλλη μέρα όμως, 8 του Μάη του 1944 ημέρα Κυριακή, (μνήμη του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου) με το βγάλσιμο του ηλίου, ένα τάγμα Γερμανών κύκλωσε  το χωριό. Οι Καβασιλαίοι δεν είχαν  πάρει χαμπάρι τι θα γινόταν. Δεν είχαν φύγει το πρωί Κυριακάτικα για τις δουλειές τους στα χωράφια, περίμεναν  πρώτα να αμπολύκει η εκκλησία. Μια φωτοβολίδα, που έριξε ο Γερμανός επικεφαλής, έδωσε το σήμα. Το τι επακολούθησε δεν  περιγράφεται…

Οι Γερμανοί έπιασαν  όσους βρήκαν στους δρόμους και στα καφενεία και μετά έμπαιναν  στα σπίτια σπάζοντας τις πόρτες. Όσοι προσπάθησαν να κρυφτούν στα αχούρια με τα άλογα, στα κοτέτσια, κάτω από τα κρεβάτια, οι Γερμανοί τους έβγαλαν έξω με τις κλωτσιές. Τη  γυναίκα του Κώστα του Ταρανένα (Αυγουστίνος, Λόντος) που προσπάθησε να λακίξει, την εκτέλεσαν επί τόπου. Επίσης και τον Θανάση τον Καραλάγα, που τους έφερε αντίσταση. Όσους  έπιασαν  τους έφερναν κατά ομάδες στην αγορά, εκεί δίπλα από το καφενείο του Βασιλόπουλου, που υπήρχε τότε μια μικρή αλάνα. Μόλις αμπόλυκε η εκκλησία, όλο το εκκλησίασμα οδηγήθηκε εκεί. Μέχρι τις 12 το μεσημέρι είχανε μαζέψει περίπου 500 άτομα, άνδρες και γυναικόπαιδα.

Όπως ήταν  επόμενο, από την πρώτη στιγμή το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλη τη γύρω περιοχή. Οι πάντες τρέχουν να βοηθήσουν, ιδιαίτερα να μάθουν τι απόγιναν οι Γερμανοί. Οι πληροφορίες που ερχόντουσαν από παντού έλεγαν ότι είναι ζωντανοί και ότι τους έχουν κάπου στο βουνό, στην Πηνεία. Και τότε μια ελπίδα έλαμψε  σαν άστρο στον ουρανό! Να τρέξουμε να βρούμε τους αιχμαλώτους και να τους φέρουμε πίσω για να σωθούν οι άνθρωποί μας! Με δεδομένο λοιπόν αυτό και με πρωτοστάτη τον καλό άνθρωπο της Γαστούνης, τον  γιατρό Νιόνιο Λάτση, που ήταν γερμανομαθής, (είχε σπουδάσει στη Γερμανία), μεσολαβούν στον Γερμανό Διοικητή της   Γαστούνης  και τον πείθουν να επιτρέψει σε μία ομάδα από τους συλληφθέντες να πάνε να φέρουν  τους δύο στρατιώτες πίσω. Αυτός δίνει εικοσιτετράωρο περιθώριο, με την υπόσχεση πως αν τα καταφέρουν, θα αφήσει  τους Καβασιλαίους  ελεύθερους! Σε ενάντια περίπτωση, το σχέδιο της εξαφάνισης του χωριού μας θα έμπαινε μπροστά! Οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να κρεμάσουν  τριάντα στη γέφυρα και τους υπόλοιπους να τους εκτελέσουν ή να τους στείλουν  σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως  και ακόμη να βάλουν  φωτιά στα σπίτια μας μαζί με τα γυναικόπαιδα.

Με τον τηλέγραφο ο Σταθμάρχης των Σ.Π.Α.Π.  της Γαστούνης μεταδίδει την ευχάριστη εξέλιξη στον δικό μας. Αμέσως ο Γιώργης ο Αδαμαντίδης, ο Σταθμάρχης μας, τρέχει και αναγγέλλει το νέο στους συλληφθέντες. Φανταστείτε την ανακούφιση και τις ελπίδες των ανθρώπων μας. Σχεδόν συγχρόνως δόθηκε και η άδεια από τους Γερμανούς. Αυθόρμητη υπήρξε η προσφορά των εθελοντών. Πρώτος, βγήκε ο Νίκος ο Τάγιος (Συλαϊδής). Μετά, κατά σειρά, βγήκαν: ο Νίκος ο  Ρεκουνιώτης  (Σταθόπουλος), Γιώργης  ο Καραλάγας, ο Γιάννης ο  Γκουντής (Γιαννακόπουλος) και ο  Μήτσος ο Χάρδας . Ακολούθησαν κι άλλοι, αλλά αυτοί οι πέντε  θεωρήθηκαν αρκετοί από τους Γερμανούς. Έτσι από τη  στιγμή εκείνη αρχίζει ένα κρίσιμο εικοσιτετράωρο, το κρισιμότερο ίσως στην ιστορία του χωριού μας. Τα πέντε  εκείνα παλικάρια, που το έλεγε η καρδιά τους, έμελλε να πρωταγωνιστήσουν στην πιο σημαντική παράσταση της ζωής τους.

Στην ψυχραιμία τους και στη διαπραγματευτική τους ικανότητα κρεμόταν η τύχη των ανθρώπων μας. Τυχόν αποτυχία τους θα σήμαινε το φρικτό τέλος του χωριού μας. Έπρεπε με κάθε θυσία να φέρουν τους Γερμανούς πίσω!

Και ενώ αυτοί  τρέχουν να ετοιμαστούν για να φύγουν, δεν είχαν ούτε δευτερόλεπτο για χάσιμο, οι συγκεντρωμένοι περνούν  φρικτές στιγμές αναμονής.              Κάποια στιγμή οι φρουροί , με σπρωξιές και κραυγές, τους συγκεντρώνουν όλους μαζί σαν θηρία. Σε λίγο άρχισε η διαλογή μαζί και ο θρήνος από τις γυναίκες και τα παιδιά. Κράτησαν όλους τους άνδρες μέχρι 18 χρονών (250 τον αριθμό)  και μόνο μία γυναίκα, τη μάνα ενός «αντιστασιακού»…

Η ώρα θα ήταν τέσσερις το απόγευμα, που τους έβαλαν τετράδες στη  σειρά και  φρουρούμενοι  ξεκίνησαν  για τη  Γαστούνη. Η τραγική φάλαγγα προχωρούσε σιγά-σιγά.

Οι σκηνές που επακολούθησαν θυμίζουν αρχαία τραγωδία. Οι γυναίκες οδύρονται τραβώντας τα μαλλιά τους . Τα πιτσιρίκια πιάνονται από τα παντελόνια των πατεράδων τους. Οι Γερμανοί, ψυχροί, τα κλωτσάνε απομακρύνοντάς  τα. Πιτσιρικάκι κι εγώ στο σπίτι μου είχα σκαρφαλώσει στο παράθυρο του δρόμου για να βλέπω έξω. Είδα τη μάνα μου και τη νόνα  μου αγκαλιασμένες να κλαίνε. Είδα τη φάλαγγα να περνάει από μπροστά μου και θυμάμαι τον πατέρα μου και τον  θείο μου τον Σπύρο που με κοίταζαν  δακρυσμένοι  χωρίς να μου πουν  τίποτα. Οι σκηνές εκείνες ζούνε πάντοτε με κάθε λεπτομέρεια στη  θύμησή μου. Εικόνες φρίκης που σημάδεψαν  τη  ζωή μας. Στη Γαστούνη τους έκλεισαν  όλους μαζί σε μια αποθήκη του Γαβριλιάδη, εκεί στην πλατεία Ηρώων που είναι σήμερα τα γραφεία του Δήμου Πηνειού. Εκεί μέσα στριμώχτηκαν  ο ένας  πάνω  στον άλλο, αφού η αποθήκη δεν χώραγε ούτε πενήντα ανθρώπους να κάτσουν  άνετα. Για να κατουρήσουν τους βγάζανε πέντε-πέντε στο πίσω μέρος πού ήταν  ένας κήπος. Εν τω μεταξύ η ομάδα στο χωριό βρισκόταν  σε οργασμό προετοιμασίας. Έπρεπε να βρεθούν τα πιο δυνατά άλογα. Τρέχουν στις γειτονιές και στα αχούρια. Όσο για τις σέλες, φρόντισαν να βρουν  οι νεαροί τότε Κώστας Παπουτσής (Μπομποτάς), Κωνσταντής Παπαδημητρόπουλος  και Κώστας Παπουτσής (Τσιλιβής). Σε ελάχιστη ώρα όλα είναι έτοιμα! Σαν αέρας έφυγαν με τις ευχές των γυναικών και των παιδιών, αφού πρώτα πέρασαν από το φυλάκιο των Γερμανών στη γέφυρα, οπού εκεί τους κράτησαν τα ονόματα και τους εφοδίασαν με ειδική άδεια, μην τυχόν και τους σταματούσαν στο δρόμο.

Πρώτος τους σταθμός ήταν το χωριό Σαμπάναγα (Αγία Μαύρα). Εκεί υπήρχε ένα υποκλιμάκιο  της αντίστασης  πλαισιωμένο από αρκετούς  στρατολογημένους αντιστασιακούς, μερικοί δε από αυτούς ήταν  συγχωριανοί μας. Είχαν  να κουβεντιάσουν  με τους υπεύθυνους, από τη  μια για να έχουνε τη  συμπαράστασή  τους και από την άλλη να μάθουν  σε ποιο μέρος κρατάγανε τους Γερμανούς. Στην αρχή οι υπεύθυνοι φάνηκαν ανένδοτοι. Βλέπεις η επιστροφή των Γερμανών θα τους χάλαγε τη  δουλειά. Μέχρι στα χέρια κόντεψαν  να πιαστούν. Σιγά-σιγά όμως, υπό την πίεση των πραγμάτων και μ ε την επέμβαση των ψυχραιμότερων, το πράγμα τακτοποιήθηκε. Φεύγοντας, άφησαν εκεί  από την ομάδα, τον Μήτσο τον Χάρδα. Είχαν ανάγκη από τα άλογά τους, αλλά έπρεπε να μείνει κάποιος πίσω για να παρακολουθεί μήπως αλλάξει κάτι να επέμβει.

Στον δρόμο για την Πηνεία, στα Καλύβια, συνάντησαν τον Γιώργη τον Βελή (Αλεξανδρόπουλο) που έμενε εκεί, ο οποίος τους έδωσε κάτι να φάνε και να πιούνε και τους κατηύθυνε προς το Μαμτσαούσι, για να πάρουν  τις πληροφορίες που ήθελαν, αφού εκεί είχε την έδρα του ένα ακόμη υποκλιμάκιο της αντίστασης. Στις πρώτες κουβέντες που είχαν  με τον υπεύθυνο φάνηκε ότι υπήρχε ένας δισταγμός στη  διάθεσή  τους για κάτι το καλό. Μετά από παρακάλια δέχτηκαν με μισή καρδιά, βέβαια υπό έναν όρο: στον  γυρισμό, και εφ’ όσον είχαν πάρει τους Γερμανούς, να περάσουν πάλι από εκεί. Τους  έδωσαν  έναν σύνδεσμο, απαραίτητο ιάνθρωπο,  για να περάσουν  από τις τυχόν εστίες των αντιστασιακών  και τράβηξαν  για την Κουτσοχέρα, το χωριό τελικά όπου, όπως μάθαμε, βρισκόντουσαν  φυλακισμένοι οι Γερμανοί.

Είχε σουρουπώσει όταν ξεκίνησαν  από το Μαμτσαούσι, αλλά το φεγγάρι που έλαμπε στον ουρανό τους φώτιζε τον δρόμο και έφερνε μια δροσερή ανακούφιση στις καρδιές τους. Σε λίγο είχαν φτάσει στου Κολοκυθά. Εκεί τους σταμάτησε  μια ομάδα αντιστασιακών.

Έπρεπε πάλι να πουν τα ίδια για να στηρίξουν τον σκοπό της αποστολής τους. Μάλιστα μεταξύ αυτών υπήρχε και ένας αυτόμολος Γερμανός αξιωματικός, « λάτρης »του Χίτλερ, που μίλαγε ελληνικά και κατέκρινε την πράξη των αντιστασιακών για τη  σύλληψη των «συναδέλφων» του. Με έναν οδηγό που τους δόθηκε από εκεί και χωρίς καμία άλλη στάση η ομάδα έφτασε στην Κουτσοχέρα ακριβώς τα μεσάνυχτα. Αμέσως  ήρθαν  σε επαφή με την αντίσταση. Από τον υπεύθυνο που εκθέσανε τα πράγματα , εισπράξανε  αδιαφορία και την άρνησή του. «Δεν μπορεί, είπε, να πιάνουμε Γερμανούς και να τους δίνουμε πίσω». Το πράγμα παίρνει τεράστιες διαστάσεις , αρχίζουν διαπραγματεύσεις, τα πολύτιμα δευτερόλεπτα περνούν. Μετά από μεγάλη πίεση που δέχτηκαν «συναίνεσαν» στην παράδοση των Γερμανών. Μάλιστα ο υπεύθυνος θεώρησε μεγάλη τους τύχη που δεν τους είχαν εκτελέσει όπως θα «έπρεπε» και ούτε βέβαια τους είχαν προωθήσει στην Ανωτέρα Νομαρχιακή Διοίκηση, γιατί από εκεί δεν επρόκειτο να τους έπαιρναν  ποτέ. Στην παράδοση υπήρχε και ο όρος ότι έπρεπε να περάσουν στον  γυρισμό από το Μαμτσαούσι και, αν τους επιτρεπόταν από εκεί, τότε να προχωρήσουν κάτω.

Εδώ υπήρχε η πληροφορία, όπως είπε ο Γιώργης ο Καραλάγας, ότι δέχτηκαν  την επιστροφή των Γερμανών υπό την πίεση των πραγμάτων, αλλά είχαν σχεδιάσει να τους πάρουν  πάλι σε κάποιο σημείο δρόμου του γυρισμού. Μάλιστα του το είχε σφυρίξει στο αυτί κάποιος άγνωστος Κουτσοχεραίος: «Μην πάτε από τον γνωστό δρόμο φεύγοντας γιατί σας την έχουν στημένη..Τραβάτε ρεβά για να φτάσετε σίγουρα στη  Γαστούνη». Αλήθεια ποιος να ήταν αυτός ο Άγιος Κουτσοχεραίος; Διότι αυτή η πληροφορία είχε σαφώς κάποια βάση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν και πολλοί άνθρωποι του χωριού, γνωστοί και φίλοι των Καβασιλαίων. Βλέπεις το κρασί που κέρναγαν  και η άψογη φιλοξενία τους έπιασε  τόπο.

Με συγκρατημένη την αισιοδοξία τους και τη  χαρά τους να χτυπάει κόκκινο, μια ώρα περίμεναν  οι δικοί μας μέχρι να φέρουν  τους αιχμαλώτους. Σκοτάδι ήταν  ακόμη στον ουρανό όταν αντίκρισαν  τους δύο Γερμανούς , μισόγυμνους και  ξυπόλυτους, να  τρέμουν  από τον φόβο τους και το ανοιξιάτικο κρύο. Αμέσως τους πήραν, τους έριξαν κάτι  πάνω τους  και με μεγάλη προσοχή τους έβαλαν πάνω στα άλογα και πήραν  τον κατήφορο. Αλήθεια με τι λόγια μπορεί να περιγράψει το πως αισθανόντουσαν οι δικοί μας τη  στιγμή εκείνη; Μόνο με ένα όνειρο θα μπορούσε να σχετιστεί όλη αυτή η ιστορία. Κρατούσαν  στα χέρια τους  ό,τι  πολυτιμότερο τους είχε φυλάξει η μοίρα τους.

Ας είναι. Είχαν  πολύ δρόμο να κάνουν κι  έπρεπε να βιαστούν. Η επιστροφή τους δύσκολη. Άγνωστοι οι δρόμοι και τα μονοπάτια, κατακουρασμένοι και ξενυχτισμένοι ακολουθούσαν  τον οδηγό μες το σκοτάδι  χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν. Κάποια στιγμή ο Νίκος ο Ρεκουνιώτης  διαπίστωσε ότι τους οδηγούσε σε λάθος δρόμο. Του φώναξε λοιπόν αγριεμένος; «Ρεεε! Πού μας πας; Αντί για τη δύση εσύ μας πας πάλι πίσω στην ανατολή!». Είχε χάσει τον δρόμο ο οδηγός ή βάδιζε σύμφωνα με κάποιο σχέδιο;  Αυτό ήταν  μυστήριο. Όταν σταμάτησαν κάπου για την ανάγκη τους, οι Γερμανοί τους έβλεπαν τρέμοντας. Είχαν αγωνία γιατί δεν καταλάβαιναν τι γινόταν, που τους πάνε. Τότε ο Νίκος ο Τάγιος  πήρε την πρωτοβουλία να τους βγάλει από το αδιέξοδο  και αφού πλησίασε τον «δικό του»  του είπε: «Εμείς νιξ παρτιζάνοι. Εμείς κουμαντάρε  εσάς Γαστούνη». Ο Γερμανός κάτι κατάλαβε αφού, λάμποντας από χαρά, τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

Στη συνέχεια είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τους αρχικούς όρους, να περάσουν από το Μαμτσαούσι. Φτάνοντας εκεί, οχτώ η ώρα το πρωί, δε βρήκαν κανέναν αντιστασιακό. Είχαν όλοι εξαφανιστεί. Ο Γιάννης Ο Γκουντής που είχε μείνει εκεί, κανόνισε έτσι τα πράγματα. Βλέπεις οι μεθοδευμένες ενέργειές τους και οι συντονισμένες κινήσεις τους, σαν τους καλύτερους διπλωμάτες, είχαν αυτό το αποτέλεσμα. Έτσι η ομάδα, απαλλαγμένη  από υποχρεώσεις και συμφωνίες, ελεύθεροι πια, διπόδιζε  μέσω Μπουχιώτη(Αυγείου), Κελεβής(Κοροίβου), για Γαστούνη.

Εν τω μεταξύ, εκεί στη  Γαστούνη, τα δευτερόλεπτα της αναμονής φαινόντουσαν  αιώνες. Φανταστείτε την αγωνία των «φυλακισμένων» αλλά και των «έξω» που παρακολουθούσαν  τα πράγματα. Δε  θα είχαν  περάσει 4-5 ώρες από τη στιγμή που έφυγε η αποστολή και ακούστηκε από την άλλη άκρη της Γαστούνης η κραυγή: «Έρχονται, τους φέρνουνε!!!» Αυτή η φράση ακούστηκε χίλιες φορές . Κάθε άλογο που βλέπανε να έρχεται από τον δρόμο της Κελεβής   και να σηκώνει μπουχό διποδίζοντας, το θέλανε να είναι η ομάδα.

Οι ώρες περνούσαν, η αγωνία είχε  φτάσει στο κατακόρυφο, όταν την άλλη μέρα προς το μεσημέρι, που η ώρα ήτανε 12 παρά 10, ακούστηκε πάλι η κραυγή να λέει:

«Ήρθαν, τους φέρανε!!!» Και ήταν αληθινή! Η ομάδα, αυτοί οι ημίθεοι, οι ήρωες, ερχόντουσαν  με τα άλογα διπόδι. Οι Γερμανοί πισωκάπουλα, ημίγυμνοι, όπως τους είχανε πάρει οι «αντιστασιακοί». Ο κόσμος μέσα κι έξω ξέσπασε σε ζητωκραυγές και κλάματα. Οι Καβασιλαίοι είχαν σωθεί!!! Οι σκηνές που ακολούθησαν σαν άνοιξε η πόρτα της «φυλακής» δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν. Γεγονός απίστευτο κι όμως αληθινό.                                                                                            Στους μελλοθάνατους χαρίζεται η ζωή μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.